Στο προηγούμενο κεφάλαιο διαπιστώσαμε ότι, σε όλα τα στάδια της εξέλιξης των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η κυρίαρχη αντίληψη για την αλληλεπίδραση ήταν πολύ κοντά στην έννοια και τις αρχές που διέπουν την διαπροσωπική επικοινωνία εταίρων και τους τρόπους που επιτυγχάνεται. Συγκεκριμένα, υποστηρίξαμε την άποψη ότι η αλληλεπίδραση προϋποθέτει αφενός τουλάχιστον δύο εταίρους οι οποίοι συμφωνούν να επικοινωνήσουν για κάποιο λόγο και αφετέρου την από κοινού υιοθέτηση από τους εταίρους μιας μορφής επικοινωνίας βασισμένης στην ανταλλαγή μηνυμάτων που συνήθως είναι κωδικοποιημένα και τα οποία μεταφέρονται μέσω κάποιου μέσου. Επίσης, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι εταίροι μπορεί να διαφέρουν στον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων, είναι σαφές ότι απαιτείται αποκωδικοποίηση και μετάφραση των μηνυμάτων που ανταλλάσσονται. Σε αυτό το κεφάλαιο θα επιχειρήσουμε να εξειδικεύσουμε τον όρο αλληλεπίδραση παρουσιάζοντας τις διάφορες πτυχές του, τα επίπεδα μελέτης του, καθώς και ορισμένα από τα στοιχεία εκείνα που εξακολουθούν να απασχολούν την ερευνητική κοινότητα.
Έως το σημείο αυτό σκιαγραφήσαμε την έννοια της διεπαφής ως εργαλείου υποστήριξης της αλληλεπίδρασης μεταξύ ανθρώπων και μηχανών. Ωστόσο, οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον και επικοινωνούν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας όλες τους τις αισθήσεις. Κατά συνέπεια, και η αλληλεπίδραση με υπολογιστικά συστήματα θα έπρεπε ιδανικά να αξιοποιεί ερεθίσματα από όλες τις αισθήσεις και να μην περιορίζεται στην οπτική αναπαράσταση της πληροφορίας. Εξάλλου είναι ευρύτατα παραδεκτό ότι η συνδυασμένη χρήση όλων των αισθήσεων συνεπάγεται πιο αποτελεσματική και ευρύτερης κλίμακας αλληλεπίδραση.
Τα πλεονεκτήματα της συνδυασμένης χρήσης συμπληρωματικών μέσων επικοινωνίας είναι πολλά. Πρώτα από όλα επεκτείνεται η δυνατότητα αντίληψης του ανθρώπου πέραν της άμεσα ορατής χωρικής περιοχής. Είναι εξάλλου γνωστό ότι το οπτικό πεδίο περιορίζεται σε ένα περιορισμένο παράθυρο ή εύρος. Επομένως, η συνδυασμένη χρήση καναλιών επικοινωνίας επιτρέπει μεγαλύτερο εύρος αλληλεπίδρασης με τον περιβάλλοντα χώρο. Κλασικό παράδειγμα είναι η συνδυασμένη χρήση ακοής και όρασης, όπου συχνά η ακοή καθοδηγεί την όραση, με τα αυτιά να «λένε» στα μάτια που πρέπει να κοιτάξουν.
Δεύτερον, αλληλεπίδραση μέσω μιας εναλλακτικής αίσθησης όπως η ακοή επιτρέπει καλύτερη χρονική ανάλυση αφού είναι γνωστό ότι οι αντιδράσεις σε