Στη σχεδίαση διεπαφών, οι συσκευές που ενδιαφέρουν κατά πρωτεύοντα λόγο είναι αυτές που χειρίζεται ο ίδιος ο χρήστης και που του επιτρέπουν τον έλεγχο διαδραστικών αντικειμένων (βλέπε αμέσως επόμενο τμήμα). Ενδεικτικά παραδείγματα συσκευών εισόδου συνοψίζει ο Πίνακας 2 - 1.

Ωστόσο οι πιο διαδεδομένες συσκευές εισόδου είναι το πληκτρολόγιο και το ποντίκι. Ένα συνηθισμένο πληκτρολόγιο αποτελείται από πλήκτρα γραμμάτων, αριθμών, συμβόλων, καθώς και πλήκτρα που επιτελούν ειδικές λειτουργίες, όπως είναι τα Alt, Ctrl, Shift, Enter, τα πλήκτρα F κ.ά. Το πάτημα οποιουδήποτε πλήκτρου μεταφέρει στην κεντρική μονάδα του υπολογιστή ένα συγκεκριμένο μήνυμα, το οποίο — αφού αποθηκευθεί στη μνήμη — προβάλλεται στην οθόνη. Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται μέσα σε λίγα χιλιοστά του δευτερολέπτου, χωρίς να γίνεται αντιληπτή, δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση ότι η πληκτρολόγηση γίνεται απευθείας στην οθόνη. Κατά καιρούς έχουν υπάρξει πολλές απόπειρες για την ανάπτυξη μοντέλων κατανόησης και ταξινόμησης των συσκευών εισόδου δεδομένων — κυρίως από εμπειρογνώμονες ανθρωπίνων παραγόντων. Ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να ανατρέξει στη σχετική βιβλιογραφία για μια επισκόπηση των παλαιοτέρων αλλά και πρόσφατων εργασιών στο χώρο. Ωστόσο είναι σημαντικό να κάνουμε μια επισκόπηση των πλέον διαδεδομένων μοντέλων ανάλυσης συσκευών

εισόδου είτε για να καταγράψουμε κριτήρια βάσει των οποίων μπορούμε να διακρίνουμε την χρήση συσκευών εισόδου, είτε για να κατανοήσουμε το σχεδιαστικό χώρο των συσκευών εισόδου και να μπορέσουμε αφενός να εξηγήσουμε υφιστάμενες τεχνικές αλληλεπίδρασης αλλά και να συνθέσουμε αφετέρου νέες τεχνικές που μπορεί να υλοποιηθούν με βάση τις διάφορες συσκευές.

εικόνα

Προς αυτή την κατεύθυνση έχουν πραγματοποιηθεί τρεις κύριες προσπάθειες στη σχετική βιβλιογραφία με στόχο τη σημασιολογική ανάλυση συσκευών εισόδου. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από τον Foley και τους συνεργάτες του (Foley et al., 1984) και βασιζόταν στην ανάλυση συσκευών εισόδου βάση των γραφικών καθηκόντων και υποκαθηκόντων που μπορούν να υποστηρίξουν. Η δεύτερη προσπάθεια υπήρξε καταρχήν από τον Buxton (Buxton, 1983) που έδειξε ότι η πλειοψηφία των συσκευών εισόδου μπορεί να περιγραφεί με βάση φυσικές ιδιότητες και τον αριθμό των διαστάσεων που γίνονται «αντιληπτές». Η τελευταία προσπάθεια ανάλυσης συσκευών εισόδου βασίστηκε στη μορφολογική ανάλυση του σχεδιαστικού χώρου συσκευών εισόδου (Mackinlay et al., 1990, Card et al., 1991).