εισόδου είτε για να καταγράψουμε κριτήρια βάσει των οποίων μπορούμε να διακρίνουμε την χρήση συσκευών εισόδου, είτε για να κατανοήσουμε το σχεδιαστικό χώρο των συσκευών εισόδου και να μπορέσουμε αφενός να εξηγήσουμε υφιστάμενες τεχνικές αλληλεπίδρασης αλλά και να συνθέσουμε αφετέρου νέες τεχνικές που μπορεί να υλοποιηθούν με βάση τις διάφορες συσκευές.

Προς αυτή την κατεύθυνση έχουν πραγματοποιηθεί τρεις κύριες προσπάθειες στη σχετική βιβλιογραφία με στόχο τη σημασιολογική ανάλυση συσκευών εισόδου. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από τον Foley και τους συνεργάτες του (Foley et al., 1984) και βασιζόταν στην ανάλυση συσκευών εισόδου βάση των γραφικών καθηκόντων και υποκαθηκόντων που μπορούν να υποστηρίξουν. Η δεύτερη προσπάθεια υπήρξε καταρχήν από τον Buxton (Buxton, 1983) που έδειξε ότι η πλειοψηφία των συσκευών εισόδου μπορεί να περιγραφεί με βάση φυσικές ιδιότητες και τον αριθμό των διαστάσεων που γίνονται «αντιληπτές». Η τελευταία προσπάθεια ανάλυσης συσκευών εισόδου βασίστηκε στη μορφολογική ανάλυση του σχεδιαστικού χώρου συσκευών εισόδου (Mackinlay et al., 1990, Card et al., 1991).
Η εργασία του Foley και των συνεργατών του βασίστηκε στην ανάλυση των απαιτήσεων γραφικών καθηκόντων και στην ταξινόμηση των συσκευών εισόδου με βάση τη δυνατότητα ικανοποίησης των απαιτήσεων αυτών. Με άλλα λόγια, η μοντελοποίηση που έκαναν ο Foley και οι συνεργάτες του