είναι οντότητες αντιληπτές από τον χρήστη, με διττό ρόλο. Ο πρώτος αφορά το γεγονός ότι τα διαδραστικά αντικείμενα τα χειρίζεται ο χρήστης μέσω κατάλληλων συσκευών εισόδου δεδομένων κατά τη διάρκεια χρήσης του συστήματος. Ο δεύτερος ρόλος συνίσταται στο ότι τα αντικείμενα αυτά μεταβιβάζουν και διερμηνεύουν προς την εφαρμογή τις ενέργειες του χρήστη επιτρέποντας στους χρήστες να επικοινωνήσουν με το λειτουργικό τμήμα ενός διαδραστικού συστήματος μέσω κατάλληλων χειρισμών. Χαρακτηριστικό αυτής της μορφής αλληλεπίδρασης είναι ότι ο έλεγχος του συστήματος (και της αλληλεπίδρασης) γίνεται από το χρήστη που σημαίνει ότι ο κώδικας αντιδρά με βάση τις ενέργειες του χρήστη.
Ένα διαδραστικό αντικείμενο αποτελείται από τρία μέρη:
Η όψη ενός αντικειμένου αλληλεπίδρασης προσδιορίζει τον τρόπο που παρουσιάζεται το αντικείμενο ή γίνεται αντιληπτό από τον χρήστη. Σε σύγχρονες διαδραστικές εφαρμογές, τα αντικείμενα αλληλεπίδρασης μπορούν να έχουν διάφορες όψεις ή παραστάσεις (π.χ. γραφική, ακουστική, απτική) που προσδιορίζεται σε κάθε περίπτωση από συγκεκριμένες παραμέτρους. Σε γραφικά περιβάλλοντα χρήσης τα αντικείμενα αλληλεπίδρασης παρουσιάζονται στον χρήστη με γραφική όψη και γίνονται αντιληπτά μέσω της όρασης (βλέπε Σχήμα 2 - 15). Ωστόσο, σήμερα υπάρχουν και μη γραφικά περιβάλλοντα χρήσης, των οποίων τα αντικείμενα αλληλεπίδρασης έχουν χαρακτηριστικά που γίνονται αντιληπτά από εναλλακτικά κανάλια επικοινωνίας. Παραδείγματος χάριν, ενώ μια ετικέτα σε ένα γραφικό ή οπτικό μέσο επικοινωνίας έχει συγκεκριμένα γνωρίσματα, όπως διαστάσεις, τίτλο με χαρακτηριστική γραμματοσειρά, μέγεθος χαρακτήρων γραμματοσειράς, χρώμα, κ.τ.λ., όταν η ετικέτα αποδίδεται με μη γραφικό τρόπο (π.χ. ακουστικό κανάλι) τότε τα γνωρίσματα που προσδιορίζουν την όψη της διαφέρουν και αφορούν τη γλώσσα, την ένταση, τη μελωδία, κ.τ.λ. Με παρόμοιο τρόπο, ένα ακουστικό μενού επιλογής μπορεί να αποδοθεί είτε μέσω φωνής (δηλαδή ως ακολουθία φωνητικών επιλογών) είτε μέσω άναρθρων ήχων (non-speech audio).